Archive for April, 2014

Στην εκπομπή αυτή ο ποιητής ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ μιλά λίγο μετά τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας (1979). Η αφήγησή του ξεκινά με πληροφορίες για την καταγωγή του, τους τόπους όπου έζησε και τον επηρέασαν καθώς και για την προέλευση του ονόματός του. Στη συνέχεια αναφέρεται στην επίδραση των θαλασσινών τοπίων και της αιγαιοπελαγίτικης αισθητικής στην ποίησή του και μιλά για τη σύνδεσή του με τον υπερρεαλισμό, αν και ποτέ δεν υπήρξε αμιγώς υπερρεαλιστής ποιητής. Διευκρινίζει πώς αντιλαμβάνεται την «ελληνικότητα» και τη «διαφάνεια», έννοιες κεντρικές στην ποίησή του, ενώ ιδιαίτερη μνεία επιφυλάσσει στον ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ, στην ποιητική παράδοση του οποίου θεωρεί ότι ανήκει. Αναφερόμενος στο μείζον έργο του «Άξιον εστί», εξηγεί τον τρόπο που εργάστηκε για να δημιουργήσει μια ποιητική σύνθεση με αναλογίες χριστιανικής λειτουργίας, αλλά με θεματολογία που θα σχετιζόταν με τη σύγχρονη Ελλάδα και το δράμα της. Παραθέτει επίσης την εμπειρία του στο αλβανικό μέτωπο και πώς αυτή μετουσιώθηκε σε ποίηση στο «Άξιον εστί». Τέλος αναφέρεται στη σχέση του με τους νέους και ση φωνή που τους έδωσε για να εκφραστούν μέσω της ηρωίδας του ομώνυμου έργου του «Μαρία Νεφέλη». Στη διάρκεια της εκπομπής το έργο του ποιητή σχολιάζουν ο ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ και ο μεταφραστής ΚΙΜΩΝ ΦΡΑΪΑΡ.

Αποσπάσματα

«Στην Ελλάδα με γοήτευσε αυτό το μοναδικό σύμπλεγμα της στεριάς με την θάλασσα.»

«Τα πρώτα μου έργα μπορεί να ήταν τολμηρά από την μια μεριά και όχι με τόση μεγάλη ακρίβεια όπως την απαιτώ σήμερα αλλά η σύνδεση με τον υπερρεαλισμό με βοήθησε πολύ στο να δώσω το ελληνικό τοπίο. Με βοήθησε να αφαιρέσω τους άξονες που καθηλώνουν αυτό που λέμε τοπίο και αντί να φανώ τοπιογράφος ανασυνθέτω το ελληνικό τοπίο.»

«Εμένα με ενδιέφεραν οι άνθρωποι που ήταν φορείς μια αθωότητας.»

«Η ελληνικότητα είναι ένας όρος που έχει παρεξηγηθεί πολύ. Την εποχή εκείνη τα βλέπανε απλουστευτικά, όπως και σήμερα πολύ νομίζουνε ότι είναι η φουστανέλα, το τσαρούχι αλλά για μένα ελληνικότητα είναι απλούστατα ένας τρόπος να βλέπεις τα πράγματα.»

«Για μένα και ο φλοίσβος μιλάει ελληνικά.»

«Για μένα η Σαπφώ είναι μια μοντέρνα ποιήτρια αν και πολλοί γραμματολόγοι την βλέπουν σαν μια κλασική.»

«Το πώς γεννήθηκε η ιδέα του Άξιον Εστί. Σε μια ορισμένη εποχή φεύγωντας από την Ελλάδα για να πάω στο εξωτερικό και κατεβαίνοντας να πάω στο αεροδρόμιο, το 1948, έβλεπα τα ελληνόπουλα να είναι πεινασμένα, αδύνατα, φτωχοντυμένα και ξαφνικά βρέθηκα στην Ελβετία και είδα την τεράστια διαφορά  που υπήρχε. Αυτό το πράγμα δημιουργήθηκε σαν καημός μέσα μου και όταν αργότερα άρχισα να γράφω αυτά που έγραφα άρχισαν να παίρνουν ένα χαρακτήρα δεητικό ήταν σαν να ήτανε σε μια εκκλησία και να παρακαλάς το θεό γιατί να τραβάμε εμείς αυτά τα πράγματα και οι άλλοι οι άνθρωποι να είναι ευτυχής. Έτσι μου δώθηκε η πρώτη αφορμή να δώσω μια μορφή πουνα προσομοιάζει προς τους ψαλμούς, προς τους ύμνους της εκκλησίας και άρχισα να διαβάζω, την καινή διαθήκη αλλά και την σύνοψη. Πήρα λοιπόν από κει ορισμένα στοιχεία στιχουργικά και επιδίωξα να κάνω την σύνθεση που να περιέχει τις εννοιολογίες που έχει μια λειτουργία χριστιανική σε μια εκκλησία. Βέβαια το περιεχόμενο να είναι κάτι που αφορά την σύγχρονη Ελλάδα και το δράμα της.»

«Ύστερα ήρθε ο Θεοδωράκης ο οποίος κατά σύμπτωση εκείνη την εποχή έψαχνε να φύγει από την λεγόμενη συμφωνική μουσική και του ταίριαζε και έτσι έγινε το πάντρεμα που βοήθησε αυτό το έργο, το οποίο είναι πολύ δύσκολο, να έρθει και στα χείλη των πολλών.»

Advertisements

Σίγκμουντ Φρόυντ

9789606678004

Μυθιστόρημα του Λένου Χρηστίδη

978-960-03-1747-3b

 

Αστραπέλλου Μαριλένα στο Βήμα

Ενας συγγραφέας χωρίς φτιασίδια και δήθεν κουλτουριάρικες εκφράσεις.

Το 1997 πολλοί μιλούσαν για ένα παράξενα γραμμένο βιβλίο με τον εξίσου παράξενο τίτλο «Τα χαστουκόψαρα». Παράξενο, αλλά πολύ ωραίο. Ο 45χρονος Λένος Χρηστίδης ήταν από την αρχή της συγγραφικής καριέρας του φανατικά κατά του όποιου μιντιακού λάιφσταϊλ, με την ίδια θέρμη που υποστήριζε από μικρός την ΑΕΚ. Δεν πόζαρε για να έχει «καλές φωτογραφίες» στο βιογραφικό των βιβλίων του, η φωτογραφία που έδινε πάντα ήταν από κάποιες διακοπές σε νησί και ο ίδιος φορούσε γυαλιά ηλίου και κρατούσε μια μπίρα στο χέρι. 

Ο λόγος του ξεχώρισε αμέσως επειδή ήταν άμεσος, απλός και κατανοητός, με μπόλικο χιούμορ και διαβολική ειρωνεία, χωρίς φτιασίδια και δήθεν κουλτουριάρικες εκφράσεις. Σκάρωνε ιστορίες που αγαπήθηκαν από άντρες που όλοι λίγο-πολύ αναγνώριζαν εκεί τον εαυτό τους, αλλά και από γυναίκες που σκέφτονταν με πιο αγορίστικο, ευθύ τρόπο. Εκτός από τα θρυλικά «Χαστουκόψαρα», έχει γράψει τα «Bororo», «Ο τυχερός αριθμός του δόκτορος Μπου», «Ψυχ», «Λοστρέ», ενώ το θεατρικό του έργο «Δύο θεοί» τού χάρισε το βραβείο Κουν.

 

«Καταρχήν αν ήξερα ότι είμαι ροκ δεν θα ήμουνα ροκ. Ροκ σημαίνει βράχος με την έννοια του σκληρού και του ασυμβίβαστου. Δεν είμαι βράχος. Στις θέσεις και στις αντιλήψεις μου ότι έχω ξεκαθαρισμένο μέσα μου θα εξαντλήσω όλα τα μέσα για να πείσω και τον άλλον. Συγχρόνως να έχεις την πολυτέλεια και την παλικαρία μην πιστείς από τον άλλον.»

«Λέω δυστυχώς διότι δεν υπάρχει ανταλλαγή απόψεων, δεν υπάρχει κοινωνία, η επικοινωνία, το πηγαδάκι, η παρέα η συζήτηση για το χθες το σήμερα και το αύριο έχει περάσει σε άλλο επίπεδο. Είπες πριν που πήγαν οι παλιοί; Οι παλιοί δεν με αφορούν, άλλοι βρίσκονται και χασμουριούνται πίσω από τον κισέ κάποιας τράπεζας, άλλοι κάνουν λουλουδοπόλεμο και άλλοι τραγουδούν τραγούδια του Θεοδωράκη σε κάποια ταβέρνα για να κάνουν και το αριστερό τους καθήκον.»

«Τρελένομαι με τον τρόπο με τον οποίο υπομένουν οι σημερινοί πολίτες την ζωή που τους επιβάλλουν. Να τρέχουν από εδώ και από εκεί. Γίνονται ένα με τον καναπέ κοιτάνε την τηλεόραση τί τους λένε και δεν ξεχωρίζεις ποιος είναι ο καναπές και ποιος ο πολίτης. Δεν μπορώ την απάθεια, ο μη ενεργός πολίτης είναι ότι πιο κακό υπάρχει στην εποχή μας. Γι αυτό μιλάω για έναν ξύπνιο πολίτη που θα μπει μέσα στα δρώμενα.»